καλοφαγάς


καλοφαγάς
[калофагас] ουσ. а. гурман, обжора,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καλοφαγάς" в других словарях:

  • καλοφαγάς — ο, θηλ. καλοφαγού αυτός που καλοτρώει, αυτός που τρώει καλή, εκλεκτή και άφθονη τροφή, λιχούδης …   Dictionary of Greek

  • καλοφαγάς — ο θηλ. καλοφαγού εκείνος που καλοτρώει: Οι καλοφαγάδες ξοδεύουν πολλά λεφτά για το φαγητό τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαστρονόμος — ο 1. ο έμπειρος σε θέματα γαστρονομίας 2. ο καλοφαγάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαστήρ ( στρός) + νομος < νέμω. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • ευτραπεζεύομαι — εὐτραπεζεύομαι (Μ) [ευτράπεζος] 1. έχω καλὸ τραπέζι, έχω πολλά και καλά φαγητά 2. είμαι καλοφαγάς, τρώω καλά …   Dictionary of Greek

  • καλ(ο) — (AM καλ[ο]·) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθ. στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τ. (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β συνθετικό, πρβλ. καλό καρδος, καλο τάξιδος) με… …   Dictionary of Greek

  • καλλιτράπεζος — καλλιτράπεζος, ον (Α) αυτός που αγαπά τα πλουσιοπάροχα γεύματα, ο καλοφαγάς …   Dictionary of Greek

  • οψομανής — ὀψομανής, ές (Α) αυτός που αγαπά υπερβολικά τα όψα, τα ποικίλα εδέσματα, καλοφαγάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄψον «τροφή, έδεσμα» + μανής (< μαίνομαι)] …   Dictionary of Greek

  • οψοφάγος — ὀψοφάγος, ὁ (Α) 1. αυτός που τρώει χωρίς ψωμί εδέσματα τα οποία συνήθως συνοδεύονται με ψωμί, ο λαίμαργος 2. αυτός που τού αρέσουν υπερβολικά τα καλά φαγητά, καλοφαγάς 3. ονομασία ψαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄψον «τροφή, έδεσμα» + φάγος (< θ. φάγ ,… …   Dictionary of Greek

  • Θωρ — Θεός της σκανδιναβικής μυθολογίας, γιος του Οντίν και της Γιορντ. Ήταν θεός της βροντής, της αστραπής, των ανέμων και των ευεργετικών βροχών, πατέρας της δύναμης και ανταγωνιστής των γιγάντων. Προστάτευε και υπεράσπιζε τη γη, τους ανθρώπους και… …   Dictionary of Greek

  • λιχούδης, -α, -ικο — αυτός που επιθυμεί τα εκλεκτά φαγητά, ο καλοφαγάς: Το παιδί μου είναι πολύ λιχούδικο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)